αντιδικώ


αντιδικώ
αντιδικώ, αντιδίκησα βλ. πίν. 73

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αντιδικώ — (Α ἀντιδικῶ, έω) [αντίδικος] 1. είμαι αντίδικος κάποιου σε δίκη 2. διαφωνώ, φιλονικώ με κάποιον αρχ. 1. ενάγω κάποιον, προσφεύγω στο δικαστήριο 2. οἱ ἀντιδικοῡντες οι αντίδικοι 3. υπερασπίζω τον εαυτό μου σε δίκη 4. έρχομαι σε αντιδικία με… …   Dictionary of Greek

  • αντιδικώ — ησα, είμαι αντίδικος με κάποιον στο δικαστήριο: Χρόνια τώρα αντιδικούσαν και ξόδευαν στους δικηγόρους …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀντιδικῶ — ἀντιδικέω to be an pres subj act 1st sg (attic epic doric) ἀντιδικέω to be an pres ind act 1st sg (attic epic doric aeolic) ἀντιδικέω to be an pres subj act 1st sg (attic epic doric) ἀντιδικέω to be an pres ind act 1st sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντιδίκῳ — ἀντίδικος opponent masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αντεξετάζω — ἀντεξετάζω (Α) Ι. ενεργ. εξετάζω κάτι παραβάλλοντας το με κάτι άλλο, συγκρίνω II. ( ομαι) 1. μετριέμαι συγκρίνομαι με κάτι 2. έρχομαι σε αναμέτρηση με κάποιον 3. παρουσιάζομαι ως αντίδικος κάποιου, αντιδικώ …   Dictionary of Greek

  • ευνοώ — (Α εὐνοῶ, έω) [εύνους] δείχνω σε κάποιον την εύνοιά μου, τη φιλική μου διάθεση, είμαι διατεθειμένος ευνοϊκά απέναντι σε κάποιον, τόν συμπαθώ (α. «οὐκ εὐνοέει τοῑς ἐμοῑσι πρήγμασι», Ηρόδ. β. «τόν ευνόησε η τύχη») νεοελλ. 1. συμβάλλω στην επιτυχία… …   Dictionary of Greek

  • ξεσυνερίζομαι — 1. βρίσκομαι σε άμιλλα με κάποιον, συναγωνίζομαι κάποιον 2. δυσφορώ, ερεθίζομαι, συγχύζομαι με τα λεγόμενα ή με τις πράξεις κάποιου, τόν παίρνω στα σοβαρά, τόν λαμβάνω υπ όψιν («μην τόν ξεσυνερίζεσαι, δεν ξέρει τί λέει») 3. τρέφω κακία για… …   Dictionary of Greek

  • συνερίζομαι — ΝΜΑ, και συνορίζομαι Ν, και ενεργ. τ. συνερίζω ΜΑ [ἐρίζω] νεοελλ. μέ ενοχλούν τα λόγια ή πράξεις κάποιου και διατίθεμαι εχθρικά εναντίον του («μή τόν συνερίζεσαι, είναι επιπόλαιος, δεν είναι κακός») μσν. αρχ. ερίζω, αντιδικώ με κάποιον …   Dictionary of Greek

  • ανταγωνίζομαι — ίστηκα, αντιπαλεύω, αντιδικώ: Πολλά ελληνικά προϊόντα σήμερα ανταγωνίζονται τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)